Το καπλάνι της βιτρίνας

SANDY DELUCA-Tigress

SANDY DELUCA – Tigress

[ Και τι δε μας είπε φέτος ο Νίκος για το καπλάνι! Βαρετικές ιστορίες, που λέει και η Πιπίτσα, μα που μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα. Εκτός από το χαρτί, ξέρουμε πώς γίνεται το γυαλί. Κι ακόμα ο Νίκος μας έμαθε γιατί πλέει το βαρέλι στη θάλασσα, που είναι τόσο βαρύ και το παπούτσι μας, που είναι τόσο ελαφρύ, βουλιάζει μόλις το ρίξουμε στο νερό.

Εμένα όμως μ” αρέσουν πολύ οι βραδινές ιστορίες του καπλανιού.

Σα σκοτεινιάζει για καλά και λάμπουνε τ” αστέρια, πάμε με το Νίκο και ξαπλωνόμαστε σ” έναν ψηλό βράχο που στην κορφή του έχει ένα πλάτωμα. Τότε, θαρρείς κι ο ουρανός χαμηλώνει και τ” αστέρια κοντεύουν να μας αγγίξουν. Όταν ο ουρανός είναι πολύ μαύρος ο Νίκος λέει ότι είναι η σκιά του καπλανιού, που περιδιαβαίνει από τη Μεγάλη Άρκτο στη Μικρή κι από τον Άρη στην Αφροδίτη. Έτσι ξέρουμε τώρα όλοι μας, ακόμα κι η μικρούλα Αυγή, να ξεχωρίζουμε κάθε αστέρι με τ” όνομά του και ποιο είναι πιο κοντά στη γη ή πιο κοντά στον ήλιο.

Μια φορά το καπλάνι, που έβλεπε με το μαύρο μάτι, είδε ένα αστέρι με μια μακριά ουρά που το λένε κομήτη. Το αστέρι αυτό έτρεχε και θα πέρναγε κοντά από τη γη. Το άκουσαν και τα πουλιά, πέταξαν τρομαγμένα και το “παν στους ανθρώπους. Ο Νίκος λέει ότι ήτανε μικρός τότε, μα θυμάται πολύ καλά πως τη μέρα που θα καιγότανε η γη, η θεία Δέσποινα έψηνε γλυκό βύσσινο. Το παράτησε στη φωτιά να βγει στο δρόμο μαζί με τον κόσμο, που είχε μαζευτεί στην πλατεία να δει τον κομήτη που θα τους έκαιγε όλους. Ο κομήτης πέρασε, η γη δεν κάηκε – κάηκε όμως το βύσσινο της θείας Δέσποινας κι η κατσαρόλα ακόμα. Ο Νίκος ίσαμε τώρα την πειράζει τη θεία Δέσποινα κι άμα θέλει να φάει γλυκό βύσσινο, της λέει: «Δε με κερνάς κανένα κομήτη, θεία».]

*********************************

[ Αν είχα γεννηθεί συγγραφέας θα “γραφα μια πολύ χαρούμενη ιστορία. Θα “γραφα για το Νίκο και το καπλάνι. Όχι, όμως για το Νίκο που κρυβότανε στο Μύλο με το Μισό Φτερό και στο καμαράκι με τα άδεια κλουβιά. Ούτε για το καπλάνι που κειτόταν πληγωμένο στη μεγάλη σάλα. Θα “γραφα πως γύρισε ο Νίκος καβάλα στο καπλάνι, που “χε τώρα και τα δυο μάτια γαλάζια. Μπορεί κιόλας να γύριζαν πετώντας, να “χε ανακαλυφτεί πώς να πετάνε οι άνθρωποι και τα καπλάνια. Θά “ρχονταν πρώτα σε μας, στο Λαμαγάρι. Κι ύστερα θα πετούσαν σ” όλες τις χώρες κι όπου πήγαιναν θα “καναν όλα τα παιδιά του κόσμου ΕΥ-ΠΟ*, ΕΥ-ΠΟ!

- Κατά πού πέφτει η Ισπανία; ρώτησε ο Οδυσσέας, σαν καθίσαμε σ” ένα βράχο να ξαποστάσουμε από τις πολλές τρεχάλες.

- Κατά κει, λέει η Μυρτώ και δείχνει κάπου, πέρα στη θάλασσα.

Τότε, θαρρείς κι είχαμε συνεννοηθεί, σταθήκαμε όρθιοι πάνω στο βράχο, κάναμε χωνί τα χέρια μας και φωνάξαμε:

- Γειά σου, Νίκοοοο!… Μας ακούς; Γειά σου, Νίκοοοο!

Ο αγέρας έπαιρνε τις φωνές μας και τις έχανε μακριά στη θάλασσα, Φώναζε κι ο Αλέξης κι ας μην είχε γνωρίσει ποτέ το Νίκο και το καπλάνι της βιτρίνας…] 

*********************************

*ΕΥ-ΠΟ: ΠΟΛΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΑ

Άλκη Ζέη - Το καπλάνι της βιτρίνας

1η έκδοση:Θεμέλιο, 1963 / 2η έκδ: Κέδρος, 1974 / 3η έκδ: Μεταίχμιο, 2011

http://youtu.be/rvaNGijQamU

http://youtu.be/jSuOEwk_WQs

http://youtu.be/6sC5mTychYE

http://youtu.be/QB3xuUnJlwg

http://youtu.be/k7GNZ97ocNQ

Η Θηριοκάκιστος Πάρδαλις

HISKE TAS BAIN-Guides

HISKE TAS BAIN – Guides

«Η ΘΗΡΙΟΚΑΚΙΣΤΟΣ ΠΑΡΔΑΛΙΣ» ΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΗΝ ΗΓΕΜΟΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΑΜΟΥ (1856-1862)

Κάποτε δημοσιεύτηκε στην εφ. «Αυγή», στην ανά Τετάρτη ολιγόλεξη συνεργασία μου, ένα κείμενο που ανέσυρε από τον πάτο της παιδικής μυθολογίας το συμβάν με το φοβερό Μικρασιάτικο καπλάνι:

» Καταμεσήμερο και κατακαλόκαιρο (…) Προς το τέλος της πρώτης ηλιακιακής δεκαετίας, μυθοθρεμμένοι, ο αδελφός μου κι εγώ, ποτισμένοι από τα παγανά της αγροτικής ονειροπλασίας, οδηγούμε την κόκκινη φοράδα μας προς την ρεματίσια πηγή, χαμηλά. Και, ξαφνικά, εκείνο το ουρλιαχτό της ανατριχίλας, ξεσκισμένο, παράηχο, έκοψε με το μαχαίρι το πανηγύρι των τζιτζικιών και σκόρπισε τις τακτικές λεγεώνες των μυρμηγκιών. – Το καπλάνι! Το σαλτράνι! Της Μικρασίας το καπλάνι! Κολύμπησε και πέρασε στο νησί και δεν το πιάνουν σκάγια!

Το ουρλιαχτό τρίτωσε, αλλά η φοράδα μας η κόκκινη επέμενε απτόητη να βόσκει. Εμείς, αγαπημένα ως τότε αδέρφια, ροβολούμε, κυλιόμαστε, πηδάμε αλαφιασμένοι να σωθούμε απ” το καπλάνι, σπρώχνοντας πίσω ο ένας τον άλλον, αυτόν τον «πίσω» να σπαράξει το θηρίο κι ο πρώτος να σωθεί. Αργότερα, μετά από πολλές μέρες, μάθαμε ότι το ουρλιαχτό ήταν η σπηλαιώδης αντήχηση από τις χαλασμένες ατμοσφυρίχτρες του «Φρίντον», του άλλου μυθικού καραβιού!

Αχ, κοντά εβδομήντα χρόνους από τότε… Κι όμως οι Έλληνες ακούμε, ο καθένας χωριστά, το ουρλιαχτό του δικού του θηρίου, ενώ ο σκιερός φόβος διατρυπάει τα λίπη του με αναμμένες βελόνες. Στο βάθος πάντα ένα ακάματο πλοίο σφυρίζει και τρίζουν οι ατμολέβητές του. Ένα παρήγορο «Φρίντον»…»

Frinton

Frinton

Η Σάμος απέχει από τα παράλια της Μικρασίας περί τα 1.200 μέτρα. «Νταρ Μπογάζ» ο στενός δίαυλος επί τουρκοκρατίας, «επταστάδιος πορθμός» επί εποχής παππούδων Ελλήνων. Εύκολο και για τα θηρία της Μικρασίας να περνούν στο νησί κολυμπώντας.

α/. πάρδαλις: είδος ζώου θηριώδους έχοντος κατάστικτον (παρδαλόν) δέρμα. [Επίτομον Ελληνικόν Λεξικόν Α.Ν. Γιάνναρη, Αθήνα, 1892].

β/. πάρδαλις: Γένος σαρκοφάγων θηλαστικών ζώων της οικογενείας των αιλουροειδών, του οποίου είδη: η λεοπάρδαλις, ο πάνθηρ και άλλα.  [Λεξικό Σταματάκου]

γ/. καπλάνι: (τουρκ. caplan) η τίγρις (αρχ. πάρδαλις, τίγρις, πάρδος, πάνθηρ). [Λεξικό Σταματάκου]

δ/. Σαλτράν: καπλάνι (τουρκ. arslan) [Λεξικό του ιδιώματος Σάμου, εις Ν. Δημητρίου, Αθήνα 1996, τ. 7ος σ. 408]

ε/. Σαλτράν: (τ. siltran) η τίγρις. [Μενεκράτη Ζαφειρίου, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου, Αθήνα 1995].

ΙΙΙ. ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΣΑΜΟΥ

Εξ αφορμής του μικρού κειμένου που, όπως ανέφερα, δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», ο Χρήστος Λάνδρος, φιλόλογος, διευθυντής των ΓΑΚ Σάμου, με πληροφόρησε ότι το ηγεμονικό καθεστώς της ημιαυτόνομης σαμιώτικης πολιτείας είχε αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα «παρδάλεως-καπλάνι» κατά την περίοδο 1856-1862. Θαύμασα που η προεφηβική μου μυθολογία είχε ρίζες πραγματικής ιστορίας.

ΕΤΟΣ 1857

1. Στις 15 Φεβρουαρίου, με αναφορά του προς την Α. Υψηλότητα τον Σεβαστόν Πρίγκηπα της Σάμου, ο Δήμαρχος Καστανίας ειδοποίησε ότι: «…κατά τον λήξαντα Ιανουάριον, η ενταύθα ευρισκομένη εις την Νήσον μας Πάρδαλις, εις τα κατά τας θέσεις Κέρκη ορεινά μέρη… πλησίον της Κυρίας Θεοτόκου ονομαζομένης «Καλοπερατιανής» επροξένησε αρκετήν ζημίαν, οίον εσπάραξε τρεις Δαμάλας του Συνδημότου μου Φωτίου Δημητρίου· και αι μεν δύω ευρέθησαν θανατωμέναι η δε άλλη δεν εφάνη ολοτελώς τι έγινε… Και πάλιν μετά παρέλευσιν τινών ημερών μετέβη εις το θεολογικόν Μετόχιον της Αγίας Τριάδος… και εσπάραξε και εκεί μίαν όνον του Συνδημότου μου Ιωάννου Α. Κωστάκη…»

2. Στις 13 Απριλίου ο ευπειθέστατος Δήμαρχος Πύργου Δημ. Καρυδιάς ειδοποίησε τον Πρίγκηπα ότι: «… επειδή και εντός του Δήμου τούτου ανεφάνη κατ” αυτάς το ζώον καπλάνιον… έφαγεν δηλαδή μίαν αγελάδαν και τινας αίγας, συμπεριφερόμενον όχι μακράν του Δήμου, ως βλεπόμενον από πολλούς…»

3. Η Β” Γενική των Σαμίων Συνέλευση, κατά την Ε” συνεδρίαση της 29ης Απριλίου, ασχολήθηκε σοβαρά με το πρόβλημα που δημιουργούσε στο νησί το  «… αρτιφανές… φθοροποιόν θηριώδες ζώον της παρδάλεως… μετά από σκέψιν και συζήτησιν… απεφήνατο κοινή ψήφω…»  να ζητήσει από τον Υψηλότατον: «…τα εικότα προς εξαφάνισιν του θηρίου, ως ζημιώδους και επιφόβου καθ” όλα τα είδη των ζώων…»

5. Στις 11 Σεπτεμβρίου ο Δήμαρχος Καστανιάς Παν. Μ. Χατζή ανέφερε «…με ακροτάτην λύπην…» ότι την 7η Σεπτεμβρίου εμφανίσθηκε «…η θηριοκάκιστος πάρδαλις, η φθορά όλων των τετραπόδων ζώων…» Στην θέση Πλάκα του βουνού «…εσπάραξε μίαν όνον δύο ετών» του Μανόλη Μαρνέζου και την επομένη μέρα γύρισε στο ίδιο μέρος «…του ρηθέντος πνιγμιαίου ζώου» και ξέσκισε δύο σκύλους.

6. Στις 29 Σεπτεμβρίου ο Δήμαρχος Αρβανιτών Ιω. Π. Χατζή, με εκτενή αναφορά του ενημέρωσε τον Ηγεμόνα ότι στις 27 Σεπτεμβρίου «…η πάρδαλις κατετραυμάτισεν μίαν όνον του. Γεωρ. Γραμματικής, την οποίαν απήλλαξαν του φόνου οι βώες αυτού…» Αμέσως όπλισε δεκαεφτά ανθρώπους, που με την συνοδεία του εκ Παγώνδα. Μαν. Κ. Βαλιοντή, στρατιώτη του Μεταβατικού, τους εξαπέστειλε για καταδίωξη μέσα στο μεγαλύτερο δάσος της περιοχής, όπου βρήκαν την πάρδαλι, την πυροβόλησαν «…πέντε πυροβόλα…» και την τραυμάτισαν «…εντός Σπηλαίου τινός· αλλά μόνον ότι ετραυματίσθη τόσον ώστε εχύθη πολύ αίμα, δεν εφονεύθη παντελώς…»

ΕΤΟΣ 1859

Σύμφωνα με το το έγγραφο που έστειλε σε όλους τους Δημάρχους της Σάμου η Βουλή των Σαμίων, ιστορείται και προτείνεται:  «…Από τεσσάρων ήδη ετών το φθοροποιόν θηρίον το διαβάν εξ Ασίας ενταύθα διαφθείρει τα ζώα προξενούν ζημίας σημαντικάς εις τους κατοίκους κατά διαφόρους θέσεις της Νήσου· και μ” όλον ότι η Διοίκησις προεκήρυξεν χρηματικήν αμοιβήν εις τον φονεύσοντα αυτό και άλλα μέτρα προς εξολόθρευσιν αυτού έλαβεν, δεν επετεύχθη μόλα ταύτα ο σκοπός μέχρι τούδε. Επαναλαμβάνομεν όθεν να προκηρύξωμεν εκ δευτέρου ότι θέλει παραχωρηθεί αμοιβή δύο χιλιάδων γροσίων εκ του Γενικού Ταμείου εις τον φονεύσοντα το ειρημένον θηρίον και προς τούτοις η άδεια τού να περιφέρει την δοράν αυτού καθ” όλους τους Δήμους της Ηγεμονίας και συνάξη προς όφελός του όσα χρήματα ήθελον εκ περιεργείας τού να το ίδωσιν προσφέρουν αυτώ οι κάτοικοι. Προτρέπομεν άπαντας τους κατοίκους της Ηγεμονίας να φιλοτιμηθώσιν εις την εξολόθρευσιν του θηρίου τούτου, διότι εκτός της υποσχομένης ωφελείας εις τον επιτυχόντα τον όλεθρον αυτού θέλει εκλείψει και πάσα βλάβη εις τους κατοίκους προερχομένη διά της φθοράς των ζώων αυτών. Την παρούσαν Διαταγήν μας προσκαλούνται οι Δήμαρχοι να δημοσιεύσωσιν επ” εκκλησιών προς κοινήν γνώσιν…»

ΕΤΟΣ 1861

2. Στις 11 Μαρτίου, ο Ηλίας Δ. Σεβαστής, κατοικοδημότης Αρβανιτών, με αίτησή του προς τον Ηγεμόνα απαιτούσε την «…προσδιορισμένην αμοιβήν…», διότι «…την 22 Φεβρουαρίου 1861 φονευθέντος υπ” εμού του καταμαστίζοντος την Νήσον θηρίου, όπερ καθ” α απεδείχθη ήτο λύκος μέγας…»  Η Βουλή των Σαμίων την επόμενη μέρα διέταξε το Γενικό Ταμείο να καταβάλει στον εξολοθρευτή την εκ γροσίων 2.000 αμοιβή.

3. Αυτά τα πανηγυρικά συνέβαιναν στις 12 Μαρτίου 1861. Αλλά στις 15 Μαρτίου η αναφορά του στρατιώτη των Εξ Γειτονιών Μ. Βλένη διέλυσε την ευφορία και ψύχρανε τους ενθουσιασμούς. Στις 13 Μαρτίου, ημέρα Δευτέρα  «…κατά το μεσονύκτιον έφαγεν ο ενταύθα ευρισκόμενος τίγρις δύο βώδια του Ιωάννη Κιουλάφα, δημότου Μανωλατών…»

4. Οι αναποτελεσματικές καταδιώξεις της παρδάλεως, η πολυετής φθοροποιός δραστηριότητά της, οι άπειροι γηγενείς θηρευτές και οι πιέσεις της φοβισμένης κοινής γνώμης των ορεινών πληθυσμών φαίνεται ότι οδήγησαν την Ηγεμονική Διοίκηση να απευθυνθεί σε αξιωματούχο Οθωμανό της απέναντι Ανατολής και να ζητήσει την βοήθειά του. Είναι άψευστη  μαρτυρία η επιστολή του Πρίγκηπα της Σάμου:

«Προς τον Διοικητή Δεγηρμάν Δερεσήν

Κύριε, 

Πληροφορούμεθα ότι εις Κεμενδούρια υπάρχει άνθρωπός τις ικανός δια να φονεύει καπλάνια. Σας παρακαλούμεν να παρακινήσετε τον άνθρωπον τούτον να έλθη εις Σάμον και περί αυτού εγγυώμαι δι” όλα. Δεχθήτε κ.λ.π.  Εν Σάμω την 10 Μαϊου 1861.

Ο Πρίγκηψ της Σάμου»

Ο οθωμανός αξιωματούχος απάντησε στις 30 Μαϊου:

«Υψηλότατε,

Συμμορφούμενος προς την διαταγήν της Υμετέρας Υψηλότητος απέστειλα Ζαπτιέδες εις Κεμεντουρία και έφερα τον καπλαντζήν Μποσταντζήν, τον οποίον σας αποστέλλω ήδη. Σας παρακαλώ δε να ευαρεστηθήτε και μοι τον επιστρέψετε αφού φονεύσει το καπλάνιον. Έχω την τιμήν να διατελώ της Υμετέρας Υψηλότητος δούλος ταπεινός 

ο Μουδίρης Δεγερμέν Δερεσή Οσμάν»

5. Ο Ηγεμόνας Μ. Αριστάρχης (31 Μαϊου 1861) κατάρτισε και υπόγραψε το Νόμο, Διάταξη 4-95 «περί εξοντώσεως της παρδάλεως», όπου προσδιόριζε σε 5.000 γρόσια την αμοιβή υπέρ του εξοντωτή ή των εξοντωτών και δικαίωμά τους να περιφέρουν σε όλη την Σάμο την «δοράν» με εθελοντική προσφορά των περιέργων.

8. Στις 17 Οκτωβρίου, η Βουλή των Σαμίων, απαντώντας σε ερώτημα του Υψηλοτάτου, βεβαίωσε ότι » αναζητηθέντες οι Οθωμανοί, ίνα δηλοποιήσωμεν αυτοίς περί τοις αναφανείσης παρδάλεως, επληροφορήθημεν ότι ανεχώρησαν εκ της Νήσου προ τινών ημερών δι “ Ασίαν…»

ΕΤΟΣ 1862

1. Στις 20 Ιανουαρίου ο δημότης Δημ. Γριβελής ζήτησε από τον Ηγεμόνα την χορήγηση ειδικής αδείας οπλοφορίας διότι  «…επιθυμών ο με σέβας βαθύτατον την φόνευσιν του …φθοροποιού θηρίου δια την οποίαν την φόνευσιν νυχθημερόν προ καιρού και μέχρι τούδε περιφέρομαι εις τα όρη προσπαθών μετά μεγίστου ζήλου δια την θήρευσίν του…»

Η άδεια δόθηκε «… με την εγγύησιν ότι δεν θέλει καταχρασθή ταύτην και θέλει μεταχειρισθή ταύτην προς εξόντωσιν του θηρίου…»

2. Η Βουλή των Σαμίων με πανηγυρική διατύπωση αναγγέλλει: «Η καταστρεπτική πάρδαλις, η προ εξ ετών ενδιαιτωμένη επί της Νήσου και τοσαύτας ζημίας επενεγκούσα, εξοντώθη τέλος πάντων… την προπαρελθούσαν Κυριακήν».

Η διακήρυξη έγινε στις 7 Μαρτίου 1862. Η Βουλή καλεί τους Δημάρχους να δώσουν «πάσαν συνδρομήν άμα εμφανισθώσιν οι φονείς μετά της δοράς του θηρίου, ώστε αι προσφοραί των κατοίκων, αν και προαιρετικαί, να ώσιν γενναίαι δια να ανταμειφθή επαξίως η μετά κινδύνου της ζωής των τολμηρά και αξιέπαινος απόφασις αυτών… Γίνη δε παράδειγμα και εις άλλους να προθυμοποιηθώσιν άλλοτε αν τοιούτον θηρίον μεταβή τυχόν εξ Ασίας, δια την εξόντωσίν του…»

3. Η Βουλή των Σαμίων διέταξε επίσης τους δημάρχους, μετά το τέλος της περιοδείας και της περιφοράς της δοράς «… να την παραλάβουν δια το Δημόσιον προς εναπόθεσιν αυτής εις τι μέρος του Βουλευτηρίου…»

Αλέξης Σεβαστάκης «Η θηριοκάκιστος πάρδαλις» – Ιστορικό δοκίμιο του οποίου αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Η Λέξη, τεύχος 169. Το κείμενο αυτούσιο περιλαμβάνεται στο έργο του συγγραφέα που έχει τίτλο: Ιστορικά Ανάλεκτα – Πνευματικό Ίδρυμα «Νικόλαος Δημητρίου» – Βιβλιοθήκη Επιστημονικών Εκδόσεων – Αθήνα 2005

ΥΓ: Useful info

http://youtu.be/m3BYOh6NdCQ

http://youtu.be/F9mumuzBwGM

http://youtu.be/HRipe3rt6vE

http://youtu.be/AWMqgeIDJs8

http://youtu.be/pQLv2hLHqso

Bunny’s Bonus: http://youtu.be/_KU8tdHBGjg

Ο ύπνος έφευγε προς τον ουρανό

 ΑλΕξης & ΚαΙτη ΣεβαστΑκη,1958

 

[ Έχουμε φτιάξει γιατάκι ακριβώς πάνω απ” το καμένο πριονιστήριο, όχι πολύ κοντά, στον καταρράχτη. Ανάμεσα στους όρθιους βράχους που τους σκεπάζουν σκοίνα και μυρτιές. Στενό, με θέα προς το πριονιστήριο και χωρίς πατημένο μονοπάτι, αφού η κίνησή μας γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, από πέτρα σε πέτρα. Εκεί στρώσαμε άχυρο και πριονίδι.Τις πρώτες μέρες μού απαγόρευαν να βγω στον ήλιο, επειδή έπρεπε να παρακολουθούν αυτοί τη χαράδρα ως χαμηλά. Ξέχωσαν από μυστική κρύπτη αλεύρι, αλάτι και ζάχαρη, που φτιάχναμε μείγμα σούπα – κανονικός εμετός. Αλλά αυτός ο εμετός μάς συνέφερε, οι πληγές στα πόδια μου είχαν σηκώσει μαύρη πέτσα. Ο κλαδευτής Κένταυρος είχε αναλάβει τις ιατρικές φροντίδες και ψάχνοντας σε τρύπες, γνωστές μόνο σ” αυτόν, ξεσκάλισε ελάχιστες αλοιφές της μαντάμ Αλφονσίν. Περιποιόταν τα πόδια μου με βρεγμένα πανιά και αραίωνε τις αλοιφές ανάμεσα στα δάχτυλα.

Ήθελα να κατέβω στο πριονιστήριο, αλλά για μέρες δεν το επέτρεπαν, χωρίς πολλές κουβέντες. Η πειθαρχία είχε γίνει για μένα συνονόματη με τη σωτηρία. Ή καλύτερα η πιο επείγουσα αξία. Με κόπο ψυχής, πότε ο ένας, πότε ο άλλος, με παρηγορούσαν και στο τέλος με βεβαίωναν ότι όλα θα φτιάξουν. Πώς να φτιάξουν; Οι ξυλοδεσιές, η φτερωτή, το πριόνι, οι πάγκοι, όλα ξεχαρβαλωμένα με τσεκούρια και λοστούς. Τα κτίσματα έχασκαν μαυρισμένα, η φωτιά είχε γλείψει τους τοίχους και είχε φάει στέγες, πατώματα, στάβλους, παράσπιτα. Στην αυλή μόλις φύτρωνε καινούριο χορτάρι ανάμεσα στις καύτρες και στις στάχτες. Οι Κένταυροι όλη μέρα ανασκάλευαν τους σωρούς, διάλεγαν πρόκες και μικροσίδερα ή φκιάριζαν αποκαϊδια και ισοπέδωναν. Με υπομονή και δουλειά, χωρίς ξεκούραση, κατάφεραν σε δέκα μέρες να ξαναταιριάσουν τη φτερωτή και το σκουριασμένο πριόνι που στρίγκλιζε και μάσαγε το πρώτο δοκιμαστικό παλιόξυλο. Καταλάβαινα ότι, στο βάθος, είχαν απελπιστεί, αλλά οι Κένταυροι ήταν Κένταυροι. Πάλι απ” την αρχή. Ανακάλυπταν τη στραβή τοποθέτηση κάποιου εξαρτήματος κι αμέσως έπεφταν σαν θηρία στις επιδιορθώσεις. Πολλές φορές συνέβαινε να αποτύχει και η νέα προσπάθεια. Πρότεινα να τα παρατήσουμε όλα και να φύγουμε. Οι Κένταυροι θύμωσαν και πέσαν έτοιμοι να με πνίξουν. Τρόμαξα και με βοήθησε το βαθύ αίσθημα πειθαρχίας να διορθώσω την ασυλλόγιστη πρόταση λέγοντας «Προσωρινά, δηλαδή, θείε και θείε». Πάλι με αποπήραν βλαστημώντας «Το Χριστό τους, εδώ θα γίνει τάφος!» Ήμουν ανήσυχος και λυπημένος.

Η αναστύλωση του πριονιστηρίου ήταν έργο καθαρού πείσματος, αφού δεν είχαμε σκοπό να ξαναρχίσουμε τη δουλειά. Άλλωστε χωρίς άλογα, εργαλεία και κτίσματα δε γινόταν πριονιστήριο. Κι όμως οι Κένταυροι μ” ενθουσίαζαν με τη μανία τους, ώστε έπαιρνα πρωτοβουλίες προτείνοντας νέους τρόπους για το δέσιμο των δοκαριών ή για την οριζόντια σκαλωσιά τους. Αυτοί είχαν την ακίνητη πείρα των προγόνων μας και γω την περιέργεια για νέα πράγματα. Ενώσαμε αυτά τα δυο στοιχεία και αφιερωθήκαμε σε τέτοια πειράματα, που στο τέλος καταλήξαμε να προσθέσουμε στο κάθετο πριόνι δεύτερη κίνηση, εφεδρική, ώστε να δουλεύει ταυτόχρονα, και μια σειρά οριζόντια πριόνια. Δοκιμάζαμε τα αποτελέσματα με υπολείμματα ξύλων απ” τα μισοκαμένα της στέγης. Βέβαια πάντα ένας από μας έμενε καταχωμένος στα σκοίνα, για να εποπτεύει τη χαράδρα και την πλαγιά του βουνού, ως εκεί που έζωνε το πούσι. Και τις νύχτες αποσυρόμασταν στο γνωστό γιατάκι, γιατί, όπως έλεγε ο κλαδευτής, «Δεν ξέρεις τι ξημερώνει και από πού φυτρώνουν τα καθάρματα».

Ποτέ δε μου μίλησαν καθαρά για τα καθάρματα, αν και άφηναν να καταλάβω ότι το κακό ανέβηκε απ” τον κάμπο. «Δηλαδή, πώς;» ρωτούσα ξεχωριστά πότε τον κλαδευτή και πότε τον άλλο. Έπρεπε να περάσει αρκετός καιρός, να παραπονιέμαι συνέχεια ότι είναι άδικο να με κρατούν στο σκοτάδι, ότι είμαι παιδί τους και πρέπει να ξέρω τι γίνεται γύρω μου, ότι, ίσως, δε μου έχουν εμπιστοσύνη και επομένως θα φύγω, ή ότι μου κρύβουν τον πραγματικό κίνδυνο, που σημαίνει ότι μ” έχουν ξεγράψει και με το πρώτο θα με θυσιάσουν στα καθάρματα. «Τίποτ” απ” όλα, παιδί μας», απαντούσαν, «αν εμείς χαθούμε, εσύ, παιδί μας, θα πάρεις πίσω το αίμα!»

Το αίμα δε με φόβιζε πια, όμως δε δεχόμουν αυτό τον παραμερισμό και ζητούσα φως. Αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν οι Κένταυροι και στο τέλος, ύστερα φαίνεται από προσυνεννόηση, έριξαν μερικές λεπτομέρειες. Ότι πρόγκιξαν τ” άλογα και πριν καταλάβουν είχε πλημμυρίσει ο τόπος. Με τα ρούχα στο χέρι σύρθηκαν ψηλότερα, ενώ τους έκαιγε η πυρά απ” τις φλόγες του πριονιστηρίου. Όλη τη μέρα παρακολουθούσαν με σφιγμένα δόντια και οι τσεκουριές σταμάτησαν πολύ αργά το απόγευμα. Οι φωτιές βάστηξαν και τη νύχτα. Ο αέρας τους σκέπαζε με στάχτες, έπεφταν σαν να χιόνιζε το βουνό.                                                                                                                              Πήραν και τ” άλογα.

Ο κλαδευτής θείος ήταν πιο ψύχραιμος απ” τον άλλο, ίσως γιατί καταλάβαινε το βάθος της καταστροφής. Είχε αποδεχτεί το τέλος του πριονιστηρίου κι όπως υποστήριζε ότι «Μείναμε πια στο έλεος του Κυρίου», άνοιγε το δρόμο για νέες, οριστικές αποφάσεις, αντίθετα με τον μικρότερο που θεωρούσε προσβολή τέτοιες σκέψεις. «Γαμώτο! Και τα κόκαλα του πατέρα μας;» Ο κλαδευτής δεν αντιστεκόταν, αλλά, ενώ συμφωνούσε για τα κόκαλα, πάντα προχωρούσε την κουβέντα ένα βήμα μπροστά, άλλοτε λέγοντας «Έχεις δίκιο, αδερφέ», άλλοτε «Και λοιπόν;» ή «Την καταδίκη μας! Πώς δηλαδή  Θα σαπίσουμε στους βράχους;»

Αυτή η διαμάχη μου “δινε την αφορμή να σταθμίζω, κάθε φορά, την κατάσταση και να προσχωρώ σιγά σιγά στις απόψεις του κλαδευτή, χωρίς να θέλω να λυπήσω τον άλλο ή να συγκρουστώ μαζί του. Περισσότερη τρυφερότητα ένιωθα για τον πεισματάρη, γιατί με συγκινούσε ο σεβασμός του προς την αιωνιότητα και την από γενεά σε γενεά συνέχεια του πριονιστηρίου.

Ύστερα από τις αναστυλώσεις και τα καθαρίσματα, τα νεύρα και οι ερεθισμοί αποτελούσαν δεύτερη, μεγαλύτερη,συμφορά. Η καθημερινή απραξία, η άσκοπη ξάπλα στο γιατάκι, ο επικίνδυνος υποσιτισμός, όλα τα αόριστα και ανάποδα έσπρωχναν τους θείους σε στιγμιαίες συγκρούσεις που από μέρα σε μέρα πύκνωναν με κίνδυνο να καταλήξουν στο αίμα. Παρακολουθούσα με προσοχή και την πιο ασήμαντη σπίθα, ώστε, πριν φουντώσει, να καθησυχάζω τα πράγματα ρίχνοντας στη συζήτηση καμιά φορά και ασυλλόγιστες προτάσεις. Προτιμούσα να στρέφονται εναντίον μου παρά να αλληλομαχούν, επειδή στην αλληλομαχία παραμόνευε το χειρότερο και το απρόβλεπτο.

Ο θείος ο κλαδευτής, σ” αυτές τις κρίσιμες στιγμές, ξεπέρασε τον εαυτό του, αφού μέσα από τη συμφορά είχε ξεκολλήσει και πετάξει, σαν μύξα, ολόκληρο κόσμο χτισμένο με παλιά, προγονικά υλικά. Ακόμα πιο πολύ μάλιστα. Συμμάχησε μαζί μου με τρόπο λεπτό, για να μη φανεί ότι ο άλλος παραμερίζεται ή ότι ετοιμάζουμε κρυφά κόλπα σε βάρος του.

Η συμμαχία είχε πολλές πλευρές, πάντοτε όμως ο κλαδευτής άγγιζε κάθε πλευρά με προσοχή. Περιόριζε σε συγκρατημένο επίπεδο τις περιποιήσεις του προς εμένα και σπαταλούσε λόγια και χειρονομίες για τον άλλο. Έφτασε να του δίνει τη φτωχή μερίδα του, γιατί «Αδερφέ, σήμερα κουράστηκες με τα δοκάρια» ή να του μπαλώνει την πατατούκα σαν υποταγμένη νοικοκυρά. Ενώ έτσι τον ημέρωνε, έβρισκε την ευκαιρία να συζητάει για άλλη δουλειά, ας πούμε «κανονικά γεωργικά» ή «πάμε στα καμποχώρια και βλέπουμε». Εδώ, βέβαια, έκανε λάθος, επειδή και μόνο «τα καμποχώρια»  αναστάτωναν τον άλλο και στύλωνε. «Ας πάμε αλλού. Κατά τα μέρη του αδερφού μας, και βλέπουμε».

Αργότερα ο πονηρός κλαδευτής ανακάλυψε πιο πρόσφορο δρόμο για να επιτύχει. Άρχισε τις αφηγήσεις που τις δυσκόλευε ο άλλος, «Όχι, όχι, αδερφέ, πρέπει το παιδί μας να τα μάθει. Το καταλαβαίνεις ότι πρέπει;» Είχα βέβαια φλογερή περιέργεια, αλλά ταυτόχρονα έμπαινα στο βαθύτερο νόημα της τακτικής. Μετά το ταξίδι μου είχα καινούριο μυαλό, εκτιμούσα το μυαλό που διαρκώς χώνεται και ξεσκαλίζει στο σκοτάδι.

Η ανακεφαλαίωση, με όλες τις λεπτομέρειες παρέσερνε τον Κένταυρο στη συγκίνηση και, χωρίς πολλές αντιστάσεις, έκοβε τον κλαδευτή για να συνεχίσει εκείνος. Συνεχίζοντας όμως θερμαινόταν το μίσος του και, με τη βοήθεια του μίσους, μπορούσε να δεχτεί τις προτάσεις μας.

Ίσως να “γιναν όλα χωρίς τέτοιες προθέσεις ή σχέδια, όμως εγώ είχα πια συνηθίσει να συνδέω τα πράγματα και, προπαντός, να μη θεωρώ τίποτα τυχαίο και τυφλό. Από τότε η δυσπιστία στάθηκε οδηγός μου, άλλο αν πολλές φορές μ” έφερνε στον γκρεμνό ή ακούμπησε το μαχαίρι στο σβέρκο μου. Μήπως έτσι δεν τέλειωσαν οι ξεπεσμένοι αριστοκράτες της μαντάμ Αλφονσίν; Κι όμως το βιβλίο έγινε γι” αυτούς, κι ας ήτανε περιπλανώμενες ψυχές.

Ο κλαδευτής Κένταυρος ήξερε να διηγείται μ” έναν ξεχωριστό, δικό του τρόπο και να ζωντανεύει τόπους και πρόσωπα. Πολλές φορές σκεφτόμουν, με κάποιο μάλιστα φθόνο, ότι θα μπορούσε να “χε γράψει το βιβλίο του Κουασιμόντο, αν φυσικά γνώριζε την αλφαβήτα. Στα κατοπινά χρόνια γνώρισα τέτοιους τύπους που τους κυνηγούσα μαγεμένος, καθώς κατάπινα τις χωρίς τέλος ιστορίες τους. Μάλιστα, σ” ένα μικρό καμποχώρι, οι χωριάτες άφηναν τις δουλειές τους, για να μαζευτούν στην αυλή, όπου μια χοντρή ασουλούπωτη, από παραμύθι σε παραμύθι, τους ξελόγιαζε να ξενυχτούν, παρόλο που οι γυναίκες τους γκρίνιαζαν και τους τραβούσαν βλαστημώντας. Πάντα και κάποιοι έμεναν και «Λοιπόν, λοιπόν; Για λέγε, τι στο διάολο έγινε ο σκασμένος…»

Ο θείος ο κλαδευτής τόσα χρόνια έκρυβε βαθιά μέσα του τον παραμυθά κι έπρεπε να πέσει το πριονιστήριο για ν” ανοίξει η φλέβα του. Κοντά στη δική του, κάπως δάκρυσε και η φτωχή φλέβα του άλλου. Αυτός μόνο να συμπληρώσει, αν και τα συμπληρώματα, καμιά φορά τελείως άσχετα, γκρέμιζαν ό,τι έχτιζε ο μάγος κλαδευτής που χαμογελούσε με κατανόηση και συμπάθεια. «Πολύ ωραία και πολύ σωστά, αδερφέ, ακριβώς όπως το λες, πολύ ωραία». Άναβε τσιγάρο για ν” απολαύσει τον έπαινο.

Εκείνη η άνοιξη του παραμυθιού γλύκανε την ασήκωτη πίκρα μας για το νεκρό πριονιστήριο. Από αδιόρατες σχισμές των βράχων έσκαζαν τη λεπτή μύτη τους εφήμερα αγριόχορτα. Σε τρεις το πολύ μέρες πέθαιναν από δίψα.

Την ιστορία με τον κύριο Μιχαλάκη την είχε πει τουλάχιστον δεκαπέντε φορές και κάθε φορά κάτι άλλαζε για μεγαλύτερη ευχαρίστησή μου. Εδώ πρέπει να πω ότι οι ιστορίες του τόσο τον ενθουσίαζαν, όσο διέκρινε στα μάτια μου την απόλαυση. Σκεφτόμουν ότι ήταν ικανός με μια και μοναδική ιστορία να πλέξει χίλιες παραλλαγές, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ή ιδιαίτερο κόπο. Ο άλλος που θαύμαζε σαν βόδι, μονολογούσε «Ρε τον κερατά, παντρεύει το Δεσπότη!» Μπορεί τέτοιο πάντρεμα να “ταν δύσκολο, αλλά με τον κύριο Μιχαλάκη τα κατάφερε.]

[ Δε μάθαμε την τύχη του κυρίου Μιχαλάκη. Μπορεί να τον φυλάκισαν. «Όχι, όχι!» αντίσκοβε ο κλαδευτής. Μέσα στο γιατάκι μας, με λαχανιασμένο συναγωνισμό, παίχτηκε η τελευταία πράξη, όπως την ποθούσαμε.

«Τον κρέμασαν!»

«Τον έγδαραν πρώτα!»

«Τον έδεσαν από δυο άλογα και τον ξέσκισαν!»

«Τον τουφέκισαν!»

«Τον πέταξαν στα σκυλιά!»

«Τον γάμησαν οι Τούρκοι!»

Ύστερα από τόσο καιρό γελούσαμε. Το θηρίο ξύπναγε.]

Αλέξης Σεβαστάκης Ο ύπνος έφευγε προς τον ουρανό – Εκδ.Καστανιώτη

http://youtu.be/kMgCZsGWaN4

http://youtu.be/gbYUfa4Fd0Q

http://youtu.be/bLd9vTMHH0A

Ίχνη ενός αφιερώματος

Εκείνη την άνοιξη κάτω από το αγαθό βλέμμα των προγονικών κάδρων γεννήθηκε ο πατέρας. Ήμουν έξι ετών. Μόλις είχε επιστρέψει απ” την άγνωστη λέξη εξορία στην επίσης άγνωστη λέξη παρόν.

Στις διασταλμένες κόρες των ματιών μου σχηματίζονταν η απορία γι” αυτό το πρόσωπο και ταυτόχρονα έκανα τα πρώτα βήματα εισόδου σε μια εποχή αγωνίας. Στο μηρυκασμό των τύψεων. Στη συνείδηση ότι η γέννηση έπεται μιας εμπειρίας θανάτου.

Γιατί τι άλλο είναι η λήθη;

Για χρόνια ένιωθα άβολα.

Ειδικά εκείνα τα βροχερά βράδια κάτω απ” το διάγγελμα της κεραμοσκεπής που πότιζε το σπίτι ήχους ρυθμικούς και πράους, τις ψυχές μας μ” αναίτια λύπη, τις γονικές φιγούρες με μικρά φωτοστέφανα…

Ίσως η απόφαση να γίνω ζωγράφος πάρθηκε σ” εκείνες τις μυστικές συνεδριάσεις της σιωπής στο παγωμένο παραθαλάσσιο σπίτι, στην άγρυπνη περιποιητικότητα της μάνας, στις νυχτερινές ενατενίσεις μ” εκείνο το εφηβικό βουβό ερώτημα προς τ” άστρα.

Στην πιο σκληρή της εκδοχή η απόφαση είναι η οφειλή μιας πάσχουσας ιδιοτέλειας που τρέφεται από περίλυπο έρωτα.

Η ζωγραφική είναι λαϊκισμός από απελπισία.

Είναι το στοίχημα για ένα χειροκρότημα που δεν ακούς αλλά ελπίζεις.

Είναι να ζεις σε μια φαιδρή λύπη σ” ένα μπαρόκ σκοτάδι που συντηρεί το αίτημα για απλό φως.

Το αίτημα για καλλιτεχνική πράξη θεμελιώνεται δίκαια, μόνο πάνω στη συνείδηση μιας πραγματικής αθλιότητας.Τότε μόνο είναι δυνατή η επιθυμία για νίκη πάνω σ’ αυτή την αρχαϊκή λήθη, στον πόλεμο ενάντια στη διαρκή αίσθηση ματαιότητας, κι αυτό όχι σαν τροπικό στρατήγημα αλλά σαν από διάψευση σε διάψευση παραδοχή του ότι μακριά απ’ τις μεγάλες εγκυκλοπαίδειες της ύπαρξης από απομνημόνευση, η μόνη ταπεινή βίβλος αληθείας του ατόμου παραμένει ο «ερασιτεχνισμός» του βιώματος και η μεγάλη ατέλεια του όντος.

Έτσι «απλά» σχεδιάζοντας τον πατέρα ζητάω συγγνώμη για έναν εαυτό που δεν είχα· προσπαθώ να στεγάσω τα πρόσωπά μας, το δικό του και το δικό μου, κάτω απ’ τη φτωχική λέξη φως.

Στέλνω ένα παλιό δελτάριο όπως εκείνα των κρατουμένων στην υστεροφημία που «ίσως» δεν υπάρχει για κανένα μας: διαγράφω το παιδικό τραύμα κι επαναφέρω το χρόνο στη σωστή του μέτρηση και τις λέξεις στο ακέραιο νόημά τους: σχεδιάζοντας αγαπώ – αγαπώντας εκδικούμαι.

Bαγγέλη Σεβαστάκη – Ο πατέρας είμαι εγώ                                                               Μανδραγόρας – τχ.20-21 - φθινόπωρο 1998

http://youtu.be/Qh4BXSeHjkE    

http://youtu.be/MMqC7Wx2-nE

پازل

Ο μίτος της Αριάδνης μου ήταν η φράση του Νίτσε:

«Δε θα μπορούσα να πιστέψω παρά σ’ ένα θεό που ήξερε να χορεύει».

 ...~~~~~~~...

Ο μυστικός στίχος: “Η αγαπημένη μεταμορφωμένη σε αγαπημένο”  με αγγίζει πολύ γιατί μιλάει για κείνο το παλιό όνειρο της συνένωσης που ο καθένας επιδιώκει με τον τρόπο του. Δεν είμαι βέβαιος ότι το αρσενικό και το θηλυκό των επιθέτων είναι πολύ σημαντικά. Υπάρχουν δύο όνειρα: να γίνεις το άλλο φύλο, να γίνεις το φύλο του άλλου. Είναι ταυτό-χρονα συμβολικό και πραγματικό. Μ’ ενδιαφέρει πολύ το ερμαφρόδιτο και το τραβεστί. Όταν το τραβεστί δεν γελοιοποιείται στο στιλ του καμπαρέ (αλλά ακόμα κι εκεί προκαλεί αρκετή συγκίνηση), είναι η πρόσκαιρη εκπλήρωση μιας αισθησιακής επιθυμίας. Με μια έννοια είναι η τέλεια απάτη, αλλά την πιστεύουμε. Είναι η ίδια η ουσία του θεάτρου!

...~~~~~~~...

Όσο για το ερμαφρόδιτο ή το ανδρόγυνο, εδώ πρόκειται για το ολοκληρωμένο όνειρο. Είναι πολύ περισσότερο μια στάση πνευματική, μια εσωτερική διάθεση, από τη μασκαράτα ενός κυρίου που οι ενέσεις ορμονών τού βγάζουν στήθη… Oύτε η Σομπεσάνσκαγια ούτε ο Ταμαζαμπούρο έχουν στήθος, φυσικά! Μεταμορφώνονται από θέληση, από πειθαρχία, από μέθοδο. Το ανδρόγυνο είναι σχεδόν μια κατάσταση ψυχής. Όταν χορογραφώ μια παραλλαγή για μια χορεύτρια και γίνομαι ένα μ’ αυτήν, το ζευγάρι αυτό στη δουλειά, ο χορογράφος και η χορεύτρια δεν είναι παρά ένας άνθρωπος και δεν έχει καμιά σχέση με ερωτική ένωση. Γίνομαι αυτή για να επινοήσω κινήσεις που της ταιριάζουν κι όταν  κάνει τις κινήσεις της, που πρώτα ήταν οι δικές μου, γίνεται εγώ. Είμαι ανδρόγυνος όταν δημιουργώ. Αν δημιουργώ ένα χορευτικό για δύο για ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, γίνομαι αυτό το ζευγάρι.

Η γένεση ενός έργου γίνεται πάντοτε από συσσώρευση γεγονότων συχνά πολύ μικρών, αλλά επίμονων. Το έργο χτυπάει την πόρτα και δεν αποθαρρύνεται: Χωρίς να το καταλα-βαίνουμε, ένα παζλ τελειώνει μέσα μας. Από πού έρχονται τα κομμάτια; Ποιος τα τοπο- θετεί; Αναμφίβολα οι χίλιες συναντήσεις που δεν τους δίνουμε προσοχή, μια μέρα όμως  το παζλ είναι έτοιμο.

Και όπως στην Αισθηματική Αγωγή μας αποκρύπτεται ένα ολόκληρο κομμάτι από τη ζωή του ήρωα με μια παράγραφο δύο λέξεων:  «Αυτός ταξίδεψε»,  ταξίδεψα.

...~~~~~~~...

Δεν προτίθεμαι να τυπώσω έναν τουριστικό οδηγό επαυξημένο και βελτιωμένο! Καθένα απ’ αυτά τα ταξίδια αντιστοιχεί σε κάποια πνευματική εμπειρία. Μία εμβάθυνση. Καθένα μου έδωσε συναντήσεις που με άλλαξαν.

Η “Οδός των Νεκρών”  οδηγεί στην πυραμίδα του Ήλιου. Αισθάνεσαι την επιθυμία να σωπάσεις. Εκεί, συνάντησα το Θείο, που το χνάρι του τόσο λίγοι ευρωπαϊκοί χώροι μπόρεσαν να διατηρήσουν. Πολύ διφορούμενο Θείο, που η ουσία του ήταν φτιαγμένη από πολλές και διαφορετικές πηγές· θα τολμούσα να πω, αυτό που είχα φέρει εγώ ο ίδιος μέχρι εκεί. Ήμουν εντυπωσιασμένος. Κοίταζα τον ήλιο που ήταν ήδη ψηλά και με άγγιζε και άγγιζε τις πέτρες, κι έλεγα ότι αυτός ο ίδιος ήλιος θα συνόδευε και τις ανθρωποθυσίες. Τούτη την ώρα, οι νεκρές πέτρες σώπαιναν· τίποτα και κανένας πια δε θα μπορούσαν να τις κάνουν να μιλήσουν γι’ αυτά που είδαν.                                                             Περπατούσα αργά ανάμεσα  στην πυραμίδα του Ήλιου και κείνη τη μικρότερη, όπως ταιριάζει, της Σελήνης. Προσπαθούσα να ξαναζωντανέψω μέσα μου κάτι απ’ αυτή την άγνωστη λατρεία, ν’ αδειάσω από κάθε σκέψη για να δεχτώ το πνεύμα των αζτέκων ιερέων. Θα ήθελα να χόρευα. Ήθελα να χόρευα στο Μπεναρές ή μπροστά στα ερείπια του ναού του Παέστουμ το ηλιοβασίλεμα. Ήθελα να χόρευα το μεσημέρι μπροστά στη μεγάλη αιγυπτιακή Σφίγγα. Σ’ αυτούς τους τόπους το να είσαι έξυπνος ή καλλιεργημένος δεν ωφελεί σε τίποτα. Το κορμί θέλει να εκφραστεί, το κορμί που δε δέχεται εύκολα το θάνατο των πολιτισμών.

Στο Ιράν περπάτησα ώρες και ώρες μέσα στην έρημο και έλαβα γνώση του φωτός, που είναι απόλυτο, η εκδήλωση του ήλιου. Στην Ευρώπη, ο ήλιος ωραιοποιεί ό,τι αγγίζει, συνθέτει. Και συμβαίνουν πράγματα συγκινητικά, συμβαίνει η Ομβρία, συμβαίνει η Ελλάδα. Αλλά πρέπει να πάει κανείς στην έρημο όπου βασιλεύει απόλυτα ο ήλιος. Τα τρώει όλα, χίλιες φορές καλύτερα από βαμπίρ του οποίου είναι το ακριβώς αντίθετο!Θα μπορούσα να κλάψω από λύσσα και αδυναμία όταν είμαι κλεισμένος σ’ ένα θέατρο, κάνοντας φωτισμούς για κάποιο θέαμα και θυμάμαι τον ήλιο της ερήμου. Άλλο είναι να διαβάζεις δοκίμια για τις αρχαίες θρησκείες, να επισκέπτεσαι ερείπια, τοίχους με τις αχτίνες του ήλιου να σχηματίζουν χαμηλά ανάγλυφα, κι άλλο να σ’ έχει αρπάξει ο ήλιος απ’ το λαιμό όταν βρίσκεσαι ολομόναχος το μεσημέρι σε μια έρημο της Ασίας.

...~~~~~~~...

Συνάντησα την έρημο. Τον ήλιο μέσα στην έρημο. Τον θεό μέσα στον ήλιο. Εμφυσήθηκα.  Ο θεός δημιουργεί τις ψυχές με την πνοή του και η δημιουργία αυτή είναι συνεχής.

Ίσως να έχω μόνο μια θρησκεία, το χορό. Ο χορός όμως έχει χάσει το μπούσουλα. Αν δεν επέμβει ο θεός, δε θα είμαι παρά ένας κατασκευαστής μπαλέτων, ένας χοντρέμπορας, ένας καλλιτέχνης με τη στενή έννοια των μουσείων και των καταλόγων τους.

Πήγα πολλές φορές στην Ινδία. Με τι μούτρα να γράψει κανείς κάτι για την Ινδία;           Την πρώτη φορά, ήμουνα στην Καλκούτα, διέκοψα την παραμονή μου. Πήρα το αερο- πλάνο για Βρυξέλες. Ο Ντον ήρθε στο αεροδρόμιο. Έκλαιγα. Δεν είχα αντέξει την απο- κάλυψη της τεράστιας αθλιότητας, τόσο στενά δεμένης με τη ζωή.                                        Επέστρεψα στη συνέχεια με τον Ντον, την Μπάρι και ένα κινηματογραφικό συνεργείο· ήθελα να κινηματογραφήσω επί τόπου ορισμένες σεκάνς ενός φιλμ που έκανα για το ινδικής καταγωγής μπαλέτο μου Bhakti. Ανακάλυψα το Μπεναρές, που ήταν προέκταση της Βενετίας. Οι πόλεις είναι σαν τους θεούς· πολλά ονόματα, ένα μόνο πρόσωπο. Υπήρχαν τόσα πράγματα να δει και να ζήσει κανείς που γύρναγα συνέχεια στο ξενοδοχείο για να κοιμάμαι και να αποταμιεύω.                                                                                      Είδα πολλά ινδικά φιλμς, ίσως τα ωραιότερα του κόσμου ακόμα κι αν η υπερβολικά φορμαρισμένη δυτική μας ψυχολογία τα αρνείται. Έχουν γίνει στον ινδικό κινηματογράφο τολμήματα στη δομή που θα ωχριούσε μπροστά τους η νεοϋρκέζικη πρωτοπορία. Το κοινό μιλάει, επιδοκιμάζει, αποδοκιμάζει, πίνει τσάι, φτύνει, μπαίνει, βγαίνει, κάνει το φιλμ να ζει. Αυτό που έχει σημασία δεν ήταν βέβαια αυτό, ούτε το ότι ένας μαχαραγιάς μού έδωσε τους ελέφαντές του για ένα περίπατο. Αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που δε γνώρισα και που κατατέθηκε μέσα μου και με σπρώχνει να συνεχίσω να ζω. Έχω χρησιμοποιήσει τελευταία πολλές φορές το ρήμα “ζω”, είναι το μεγάλο μάθημα της Ινδίας.

Συνάντησα έναν από τους αυθεντικότερους δασκάλους γιόγκα. Του μίλησα για την επι- θυμία μου να κάνω γιόγκα χωρίς να πέσω στη φθορά της μόδας. Μου απάντησε: » Γιόγκα σημαίνει ένωση. Ο χορός είναι κι αυτός ένωση. Αφού χορεύετε, ας είναι ο χορός η γιόγκα σας. Ο Σίβα, ο Άρχων του κόσμου, ο μεγάλος γιόγκι, ονομάζεται επίσης Ναταράζα ο βασιλιάς του χορού «. Σώπασε και κοίταξε μαζί μου τα δέντρα που δε χρειαζόταν να ξέρω το όνομά τους για να καταλάβω ότι είχαν γίνει ξαφνικά ένα με το σύμπαν όλο, καθώς υποτάσσονταν σ’ έναν ξαφνικό άνεμο που τα σεβόταν και τα μεταμόρφωνε. Φεύγοντας, ο δάσκαλος με κοίταξε για ώρα στα μάτια, και σαν να μου ανέθετε κάποια αποστολή: » Α! Αν όλοι οι Δυτικοί μπορούσαν να ξαναβρούν το χορό και να ξαναμάθουν να χορεύουν…»

Maurice Béjart ~ Μια στιγμή στη ζωή κάποιου άλλου ~ Εκδόσεις Οδυσσεας

http://youtu.be/mfnnPVTu9BY                                                                                   http://youtu.be/Hqogl4zQDy0                                                                                    http://youtu.be/Z21dr9ia78c

L” Amour ~ La Dance

Κάναμε πρόβα τα Σαββατοκύριακα στη θάλασσα, σ’ ένα σπίτι που ανήκε ούτε θυμάμαι σε ποιόν από την οικογένειά μου. Υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς σκεπή, ένα είδος ταράτσας με τέσσερις τοίχους· ένα στούντιο στον ανοιχτό ουρανό. Ήθελα ακόμα τότε να χρησιμοποιήσω μέσα σ’ ένα απ’ αυτά τα θεάματα κάποιο απ’ τα ευνοούμενα τραγούδια μου, τον Καπνό αγάπης και το αξέχαστο ρεφρέν του:                                                         Α! σας αγαπώ                                                                                                                       Με μια αγάπη μεγάλη!                                                                                                           Ήταν ένα πραγματικό τραγούδι της εποχής  «κομμάτι ζωής», που ξετρέλαινε τότε τον κόσμο. Ο τραγουδιστής συναντούσε μια μοιραία γυναίκα που του φύσαγε τον καπνό του τσιγάρου της στο πρόσωπο. Στη δεύτερή τους συνάντηση, αυτός ο καπνός ήταν καπνός από όπιο… Το θυμάμαι εκείνο το στιχάκι:                                                                   Καπνός αγάπης                                                                                                              Καπνός ονείρου                                                                                                                    Το βαρύ σου άρωμα                                                                                                       Ανεβαίνει και υψώνεται.                                                                                                      Για κάποιο πολύ σωστό λόγο δραματικής δομής βέβαια, το τραγούδι δεν ταίριαζε με το θέαμα που ετοίμαζα τότε. Όμως κρατήσαμε το ρεφρέν, το χρησιμοποιούσαμε συνθημα- τικά. Όταν κάποιος από μας σε μια στιγμή που επικρατούσε σιωπή στο τραπέζι ή πριν πάμε για ύπνο, πέταγε «Με αγάπη…», υποχρεωτικά έπρεπε κάποιος άλλος να συμπληρώσει: «…μεγάλη!»  Ένα άλλο σύνθημα πιο εκκεντρικό,  ήταν το Reposugi.          H καταγωγή του Reposugi  (τα παιδιά είναι οι εφευρέτες και οι καλύτεροι ειδικοί της ετυμολογίας) είναι το “Un repos a surgi”, όταν κολυμπούσαμε και στεκόμαστε για να πάρουμε ανάσα σ’ ένα βράχο. «Εμείς», ήταν η συντροφιά των τεσσάρων μας, η πρώτη μου παρέα. Αντίθετα με το Με αγάπη μεγάλη, το καινούριο σύνθημα δεν έπρεπε να το διατυμπανίζουμε. Το ψιθυρίζαμε, ήταν ένα σήμα μασονικής αναγνώρισης. Reposugi  στο αφτί κάποιου άλλου, παρά το χιούμορ των τεσσάρων συνεχόμενων συλλαβών, ήταν πάντα ένα μυστήριο. Reposugi  ήταν ακόμα η απάντησή μου  στις μυστήριες λέξεις του πατέρα μου. Τούτος εδώ μελετούσε τις φιλοσοφίες της Άπω Ανατολής. «Μελετούσε» είναι πολύ λίγο σα λέξη. Πιστεύω ότι τις ζούσε. Μιλούσε γι αυτά στο τραπέζι και λέξεις όπως prazna-paramita ή Vedanta ή και guru (ποιος όμως την εποχή εκείνη νοιαζόταν για τους γκουρού;) με εντυπωσίαζαν βαθύτατα. Tελειοποιήσαμε τα συνθήματά μας, ανακατεύοντάς τα. Το αποκορύφωμα του τέλειου διαλόγου: κάποιος έκανε την αρχή Με αγάπη μεγάλη, κι απ’ την άλλη άκρη του δωματίου έπρεπε αυτομάτως να το συνεχίσουν με το Reposugi!  Ενημερώσαμε τους πάντες, κοντεύαμε μάλιστα να μυήσουμε και τους περαστικούς, και προσπαθούσαμε να τους πιάσουμε να το κάνουν λάθος καθώς ήταν απασχολημένοι με το σερβίρισμα του καφέ. Με αγάπη μεγάλη! Με αγάπη μεγάλη! κι ο άλλος που είχε ξεχάσει το Reposugi ψέλλιζε αντί γι’ αυτό ένα συνονθύλευμα περίεργο που μας έκανε να γελάμε και προσωρινά τον διαγράφαμε από τα κιτάπια μας που τα ενημερώναμε καθημερινά.

Είχα ακόμα κι ένα θέατρο με μαριονέτες. Χρησιμοποιούσα τις μαριονέτες όταν έμενα μόνος μακριά από το στούντιο και τους –με σάρκα και οστά- ερμηνευτές μου που έπρεπε να μελετήσουν τα μαθήματά τους. Σήμερα μπερδεύω κάπως το ρεπερτόριο που είχα για τις μαριονέτες με το ρεπερτόριο που δούλευα σαν χορογράφος εκείνη την εποχή! Νομίζω ότι είχα διασκευάσει τη Μάχη του Αστεριού και του Κεραυνού για το θέατρο με τις μαριονέτες. Ήταν μαριονέτες με κλωστές· μια κλωστή για το κεφάλι και μια κλωστή για κάθε χέρι. Ο πατέρας μου τις είχε φτιάξει και τις είχε ζωγραφίσει. Ήταν ο Βασιλιάς, η Βασίλισσα, η Νεράιδα, ο Λούσιφερ και κομπάρσοι με πιο άχρωμο χαρακτήρα. Είχα στη διάθεσή μου τέσσερα σκηνικά ζωγραφισμένα με γκουάς σε παπιέ κολέ πάνω σε κοντραπλακέ  –μια παραλία, ένα δάσος, ένα καζίνο άξιο να υποδεχτεί μια Μάρλεν Ντήτριχ με το κοινό του να παραληρεί, και τέλος μια φυλακή αρκετά Πιρανέζ. Κάθε σκηνικό είχε παρασκήνια. Συχνά όταν ήταν έρημα τα κοιτούσα και φανταζόμουν ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν, έδενα κι έλυνα τη ζωή μου με τη δική τους.                                       Αληθινή ζωή ή όχι, αυτού του τύπου οι ερωτήσεις δε με απασχολούσαν. Στο θέατρο αισθανόμουν καλά. Ήταν ένας κόσμος που μπορούσες να τον φανταστείς από μόνος σου. Είχα όλο τον καιρό μπροστά μου για να μάθω ότι δεν τον φανταζόσουνα έτσι εντελώς από μόνος σου, αλλά όπως αρέσει στην ίδια τη ζωή να σου τον φέρνει. Τα παιδιά που τίποτα δεν μπορούν να εξηγήσουν, αισθάνονται τα πάντα. Μέσα σ’ ένα θέατρο ένιωθα ασφάλεια. Ύστερα, βέβαια, όπως όλοι οι έφηβοι που πηγαίνουν στο λύκειο, άρχισα να γράφω ποιήματα. Στοίβες. (Εξ άλλου ακόμα και σήμερα γράφω καμιά φορά). Μου έλειπε όμως η μουσική, τα κοστούμια, οι άνθρωποι που κινούνται. Τα κορμιά…                                          Ο πατέρας μου ήταν πολύ αθλητικός τύπος. Και με έσπρωχνε πολύ προς τα εκεί. Από μακριά φαινόταν σαν φιλόσοφος… Ήταν φιλόσοφος αλλά με μετάλλιο σε αγώνα δρόμου. Η υγεία μου δεν ήταν περίφημη. Ήμουν αδύνατος. Ήμουν νεαρούλης. Ήταν πόλεμος. Η σπονδυλική μου στήλη δεν ήταν ίσια σαν Ι.                                                                      Ένας γιατρός συμβούλεψε γυμναστική κατ’ αρχήν  –είναι όμως πολύ ανιαρή η γυμναστική- ύστερα κλασικό χορό κι έτσι μπήκα στο γρανάζι. Έγινα χορευτής όχι από πεποίθηση αλλά απ’ το κορμί μου.

Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να πάρω το απολυτήριό μου κι ύστερα να γραφτώ στο Πανεπιστήμιο της Εξ-αν-Προβάνς. Ο πατέρας μου επέμενε: «Καλύτερα να έχεις ένα δίπλωμα στα χέρια σου». Παράλληλα έπαιρνα μαθήματα χορού και ετοιμαζόμουν να μπω στο μπαλέτο της Όπερας της Μασαλίας. Ένιωθα κιόλας «σαν στο σπίτι μου». Σχεδόν κάθε Κυριακή, η γιαγιά μου με πήγαινε εκεί. Πολλές φορές είχα πάει κι από μόνος μου. Την τελευταία φορά, είχα δει τη Λουίζ, φανταζόμουν πως ήμουν ο Ζυλιέν, ο ποιητής που συναντά τη Λουίζ στη Μονμάρτη:  Απ’ την ημέρα που δόθηκα…  και μετά ο Ζυλιέν μένει μονάχος επειδή η Λουίζ επέστρεψε στην οικογένειά της. Η Λουίζ ονειρεύεται το Παρίσι όπου ο πατέρας της την εμποδίζει να επιστρέψει και η αυλαία πέφτει τη στιγμή που ο πατέρας καταριέται το Παρίσι. Κάπου κάπου νωρίς το απόγευμα όταν ήμουν έτοιμος να το σκάσω για να πάω απογευματινή στην Όπερα, η Ζοέλ ήθελε να την παίρνω μαζί μου. Δε με ενοχλούσε και πολύ αυτό, είναι πιο δύσκολο να περάσεις χωρίς εισιτήριο με άλλους, αλλά, το κυριότερο, θα έπρεπε να μιλάω μαζί της στα διαλείμματα κι εγώ ήθελα τόσο πολύ να ονειροπολώ. Όμως δεν μπορούσα να πουλήσω την ξαδέλφη μου και αστέρι του θιάσου μου. Στη συνέχεια η Ζοέλ διηγήθηκε τη Μινιόν και τους Αλιείς Μαργαριταριών σ’ όλη την τάξη της κι έγινε μια ωραία βαβούρα στο Κουρ Μπαστίντ, ένα θρησκευτικό σχολείο στην οδό Λοντί· την έβγαλαν έξω από την τάξη μόλις έμαθαν οι καλόγριες πως ο ξάδελφός της την πήγαινε στην Όπερα! Δεν ξέρω αν μου θύμωσαν οι γονείς της. Αυτή όμως όχι. Χάρηκε πολύ που έφευγε απ’ το σχολείο που μισούσε. Ήμασταν γείτονες· η οικογένεια της Ζοέλ έμενε λίγο πιο κάτω από μας, κι όταν το βράδυ πήγαινα εκεί, στην επιστροφή περνούσα από ένα δρόμο ύποπτο όπου το μακιγιάζ και το ντύσιμο που είχαν οι πουτάνες με σόκαρε. Έκαναν θαυμάσια για φιγκυράντ της Όπερας.                                                                   Δεν καταλάβαινα και πολύ τι ακριβώς ήταν και διέσχιζα βιαστικά τους διαδρόμους αυτού του υπαίθριου θεάτρου. Ήμουνα εντυπωσιασμένος παρ’ όλα αυτά απ’ τον τρόπο που είχαν στηθεί μέσα στο χώρο· αν και ελάχιστες, έδιναν την εντύπωση ότι είχαν κάνει κατάληψη όλου του δρόμου. Ποια θα ερχόταν κατά πάνω μου τραγουδώντας σαν τη Λουίζ: Από την ημέρα που δόθηκα; Καμιά  βέβαια. Τι ήταν γι αυτές ο μικρούλης με τα στραβά κανιά που, επιπλέον, καθώς δεν έβλεπε μπροστά του σκουντουφλούσε πάνω στους πελάτες τους: « Συγγνώμη κύριος! –Το κεφάλι σου θα σπάσεις μικρέ!»                    Η εγγραφή μου ωστόσο σ’ ένα ιδιαίτερο μάθημα χορού, κάπου στη συνοικία του Παλιού Λιμανιού, υπήρξε πολύ πιο ελκυστική απ’ αυτόν το δρόμο με τα κόκκινα φανάρια. Μια κυρία, Ιταλίδα μάλλον, έδινε μαθήματα. Πόσες πιρουέτες θα κατάφερνα την πρώτη μέρα;

Maurice Béjart ~ Μια στιγμή στη ζωή κάποιου άλλου ~ Εκδόσεις Οδυσσεας

http://youtu.be/VniVMMwajG0                                                                                       http://youtu.be/1-ABzLhOIpE